καθημαγμένος

καθημαγμένος
η , ο[ν] окровавленный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "καθημαγμένος" в других словарях:

  • καθημαγμένος — η, ο (Α καθημαγμένος, η, όν) αιμόφυρτος, καταματωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. παθ. παρακμ. καθ ήμαγμαι τού ρ. καθ αιμάσσω] …   Dictionary of Greek

  • καθῃμαγμένος — καθαιμάσσω make bloody perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολαίματος — ὁλαίματος, ον (Α) (για τα χέρια) αυτός που είναι γεμάτος αίμα, καθημαγμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ολ(ο) * + αἷμα, ατος (πρβλ. πολυ αίματος)] …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»